Κετογονική διατροφή: Πώς σχετίζεται με την απώλεια βάρους;
H κετογονική διατροφή είναι μια από τις μεγαλύτερες τάσεις της εποχής που, όπως οι περισσότερες δίαιτες, υπόσχεται γρήγορη απώλεια κιλών, τρώγοντας μάλιστα πολλές λιπαρές τροφές. Είναι όμως αυτό κάτι που ισχύει;
Η διατροφή τύπου κετογονική περιλαμβάνει την κατανάλωση υψηλών ποσοτήτων λιπαρών και ελάχιστων υδατανθράκων, συνήθως σε ποσοστό 5-10%. Όταν οι ποσότητες υδατανθράκων είναι περιορισμένες, ο οργανισμός βρίσκεται σε κατάσταση όπου χρησιμοποιεί κυρίως λίπη ως πηγή ενέργειας αντί για γλυκόζη. Σε αυτήν τη μεταβολική κατάσταση, γνωστή ως κέτωση, το ήπαρ παράγει κετόνες που χρησιμοποιούνται ως εναλλακτική πηγή ενέργειας. Υπάρχουν ενδείξεις ότι η κετογονική διατροφή μπορεί να οδηγήσει σε αποτελεσματική απώλεια βάρους. Ωστόσο, δεν είναι σαφές εάν αυτό οφείλεται στην αυξημένη καύση του λίπους ή στον μειωμένο όγκο τροφής λόγω της υψηλότερης κορεσμού από λίπη και πρωτεΐνες (1).
Ορισμένοι ερευνητές υποστηρίζουν ότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν μεταβολικά πλεονεκτήματα στις δίαιτες χαμηλής περιεκτικότητας σε υδατάνθρακες και ότι η απώλεια βάρους προκύπτει απλώς από τη μειωμένη θερμιδική πρόσληψη, πιθανότατα λόγω της αυξημένης επίδρασης κορεσμού των λιπών και των πρωτεϊνών. Άλλοι, αντίθετα, προωθούν την υπόθεση ότι υπάρχει πράγματι ένα ξεχωριστό μεταβολικό πλεονέκτημα, το οποίο έχει πρόσφατα διερευνηθεί λεπτομερέστερα, αυξάνοντας το ενδιαφέρον για το ρόλο της κετογονικής διατροφής στην απώλεια βάρους και τις επιδράσεις στο μεταβολισμό γενικότερα (2).
Η πλειονότητα των μελετών καταδεικνύει ότι τα άτομα που ακολουθούν μια δίαιτα χαμηλή σε υδατάνθρακες χάνουν περισσότερο βάρος κατά τη διάρκεια των πρώτων 3-6 μηνών σε σύγκριση με εκείνα που ακολουθούν ισορροπημένες δίαιτες (4-5). Μια υπόθεση είναι ότι η χρήση της ενέργειας από τις πρωτεΐνες στην κετογονικής διατροφής είναι μια “ακριβή” διαδικασία για τον οργανισμό και έτσι μπορεί να οδηγήσει σε “σπατάλη θερμίδων” και επομένως σε αυξημένη απώλεια βάρους σε σύγκριση με άλλες “λιγότερο δαπανηρές” δίαιτες (3-6).
Στην πραγματικότητα πίσω από την απώλεια βάρους κρύβεται ο πρώτος νόμος της θερμοδυναμικής, γνωστός και ωςνόμος της διατήρησης της ενέργειας, με αποτέλεσμα να υπάρχει δυσκολία στην αποδοχή άλλων τρόπων σκέψης. Τηρώντας αυτές τις παραδοσιακές αντιλήψεις, το Υπουργείο Γεωργίας των ΗΠΑ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι δίαιτες, οι οποίες μειώνουν τις θερμίδες θα οδηγήσουν σε αποτελεσματική απώλεια βάρουςανεξάρτητα από τη σύνθεση των μακροθρεπτικών συστατικών, η οποία θεωρείται λιγότερο σημαντική (7).
Έρευνα που κυκλοφόρησε το 2013 στο Cell Metabolism με δείγμα 19 ενήλικες με παχυσαρκία, έδειξε πράγματι ότι η διατροφή χαμηλών υδατανθράκων οδήγησε σε αύξηση της καύσης του λίπους σε σύγκριση με μια χαμηλού λίπους διατροφή. Το ενδιαφέρον παράδοξο είναι ότι ο περιορισμός των λιπαρών της διατροφής οδήγησε σε μεγαλύτερη απώλεια λιπώδους ιστού από ό,τι ο περιορισμός των υδατανθράκων. Αυτό σημαίνει ότι η αυξημένη καύση του λίπους που συμβαίνει στη κετογονική διατροφή δεν προέρχεται απαραίτητα από το λίπος που είναι αποθηκευμένο στο σώμα, αλλά από την αυξημένη ποσότητα λιπαρών που καταναλώνονται.
Η μελέτη που δημοσιεύτηκε στο Nature το 2017 και αφορούσε την επίδραση της κετογονικής διατροφής στην όρεξη παρέχει ενδιαφέρουσες πληροφορίες. Οι συμμετέχοντες που ακολούθησαν κετογονική διατροφή για 8 εβδομάδες εμφάνισαν αυξημένη όρεξη για φαγητό κατά τις πρώτες 3 εβδομάδες, αλλά έπειτα, μέχρι τη λήξη της δίαιτας, η όρεξή τους μειώθηκε. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι μετά το πέρας της κετογονικής διατροφής και την επιστροφή σε κανονική σίτηση, η όρεξη αυξήθηκε σημαντικά, υπερβαίνοντας τα επίπεδα πριν από την έναρξη της δίαιτας (8). Αυτά τα ευρήματα υποδηλώνουν ότι η κετογονική διατροφή ενδέχεται να επηρεάζει την όρεξη με τρόπο ποικίλο κατά τη διάρκεια της εφαρμογής της και μετά από αυτήν.
Συμπέρασμα
Παρόλο που η κετογονική διατροφή σχετίζεται με απώλεια βάρους και αυξημένη καύση λίπους, αυτή η απώλεια βάρους δεν οφείλεται απαραίτητα σε αυξημένη απώλεια λιπώδους μάζας σώματος. Η αυξημένη καύση λίπους συνδέεται με την αυξημένη κατανάλωση λιπαρών τροφών που χαρακτηρίζει την κετογονική διατροφή, ενώ η απώλεια βάρους οφείλεται στη μειωμένη θερμιδική πρόσληψη, όπως συμβαίνει και με άλλες δίαιτες. Επιπλέον, η αρχική μείωση της όρεξης στα αρχικά στάδια της κετογονικής διατροφής μπορεί να συμβάλει στην απώλεια βάρους, αλλά η αυξημένη όρεξη που ακολουθεί μετά την ολοκλήρωσή της μπορεί να οδηγήσει στην επαναπρόσληψη των χαμένων κιλών.
Μια επιτυχημένη δίαιτα δεν αξιολογείται μόνο από την άμεση απώλεια κιλών, αλλά και από τη βιωσιμότητα της στον μακροπρόθεσμο χρόνο. Η διατροφή πρέπει να προσαρμόζεται στις ατομικές ανάγκες, προτιμήσεις και ιδιοσυγκρασία του κάθε ατόμου. Οι μακροπρόθεσμες αλλαγές στις διατροφικές συνήθειες είναι συχνά πιο βιώσιμες, επιτρέποντας τη διατήρηση του επιθυμητού βάρους και την υιοθέτηση υγιεινών συνηθειών. Η προσαρμογή της δίαιτας στις ξεχωριστές ανάγκες και προτιμήσεις, σε συνδυασμό με μια υγιεινή σχέση με το φαγητό, μπορεί να συμβάλει στην επίτευξη μακροπρόθεσμων αποτελεσμάτων. Η σταθερότητα στο βάρος είναι σημαντική, και η δίαιτα πρέπει να αποτελεί μέρος ενός υγιούς και ισορροπημένου τρόπου ζωής, συμπεριλαμβανομένης της φυσικής δραστηριότητας και της ψυχολογικής ευεξίας.
References 8
- 1. https://www.sciencedirect.com/science/article/abs/pii/S0021915019315898
- 2. https://tbiomed.biomedcentral.com/articles/10.1186/1742-4682-4-27
- 3. https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/11374180/
- 4. https://academic.oup.com/jcem/article/88/4/1617/2845298
- 5. https://jamanetwork.com/journals/jama/fullarticle/205916
- 6. https://nutritionandmetabolism.biomedcentral.com/articles/10.1186/1743-7075-1-15
- 7. https://www.tandfonline.com/doi/abs/10.1080/07315724.2004.10719381
- 8. https://www.nature.com/articles/ijo201796
